Για άλλη μια φορά το ΔΝΤ και οι εμπειρογνώμονες του κτυπούν με την πολύχρονη επιμονή και επιβουλή τους τον θεσμό της ΑΤΑ, δηλαδή τους μισθούς και την πραγματική αγοραστική τους δύναμη που διασφαλίζει για τους κύπριους εργαζόμενους η ΑΤΑ εδώ και δεκαετίες. Μόνιμη επωδός έχει καταντήσει η πάγια σύσταση για κατάργηση ή πραγματική εξασθένηση του θεσμού από τους ειδικούς εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ. Για κάθε δυσκολία ή με κάθε ευκαιρία συστήνουν στην κυπριακή κυβέρνηση κατάργηση ή υποβάθμιση ενός θεσμού που όλοι οι οικονομικοί, κοινωνικοί, και πολιτικοί παράγοντες του τόπου χαρακτηρίζουν ως κοινωνική και οικονομική ευλογία. Παρά το γεγονός ότι μας έχουν συνηθίσει στην συγκεκριμένη ανεδαφική και ανεφάρμοστη ξενόφερτη συνταγή τους οι ειδικοί του ΔΝΤ, εντούτοις στην συγκεκριμένη οικονομική και χρονική συγκυρία της βαθιάς κρίσης θα περίμενε κανείς να είναι πιο προσεχτικοί στις εισηγήσεις τους. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι με κατάργηση ή υποβάθμιση της ΑΤΑ ή και μείωση μισθών στο δημόσιο και ιδιωτικό θα μειωθεί ακόμα περισσότερο η καταναλωτική δυνατότητα των εργαζομένων συμπαρασύροντας σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση την κυπριακή οικονομία. Η κυβέρνηση σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις, αλλά και με όλους τους οικονομικούς παράγοντες και φορείς του τόπου διαχειρίστηκε με ορθολογιστικό και αποτελεσματικό τρόπο την κρίση και ύφεση που διέρχεται η οικονομία μας ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας κρίσης. Το εργατικό κίνημα με σοβαρότητα και ορθολογισμό παρακολουθεί τις εξελίξεις και συνεργάζεται με την κυβέρνηση και την εργοδοτική πλευρά για αντιμετώπιση της κατάστασης. Όμως δεν είναι καθόλου διατεθειμένο να ανεχθεί την μετακύληση του βάρους και των συνεπειών της κρίσης μονομερώς και άδικα στους ώμους των εργαζομένων και των άλλων ευάλωτων κατηγοριών συμπολιτών μας. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε πρωτόγνωρα για τα κυπριακά δεδομένα ποσοστό ανεργίας, πρόβλημα για το οποίο χρειάζεται συναίνεση, συνέπεια και μέτρα ενεργητικής πολιτικής απασχόλησης για να το υπερβούμε. Ταυτόχρονα βρισκόμαστε ενώπιον μιας πρωτοφανούς ακρίβειας σε καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης όπως το γάλα, τρόφιμα, ηλεκτρισμός, καύσιμα, υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης. Η μόνη ελπίδα διατήρησης του βιοτικού επιπέδου και της κοινωνικής συνοχής ήταν και παραμένει η ΑΤΑ και οι αξιοπρεπείς μισθοί των εργαζομένων. Χωρίς τον θεσμό της ΑΤΑ και την διατήρηση αξιοπρεπών μισθών και όρων εργασίας θα είχαμε ήδη φαινόμενα κοινωνικής κρίσης, δυναμικές εργατικές και κοινωνικές κινητοποιήσεις και όλα τα συνεπαγόμενα αρνητικά αποτελέσματα για την κυπριακή οικονομία και κοινωνία. Η ΔΕΟΚ καλεί την κυβέρνηση και τα αρμόδια Υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας να απορρίψουν κατηγορηματικά τις απαράδεκτες, επιζήμιες και καταστροφικές υποδείξεις του ΔΝΤ για κατάργηση ή υπόσκαψη της ΑΤΑ και των μισθών. Απορρίπτουμε κάθε σκέψη και νουθεσία, ειδικότερα από πλευράς Υπουργών, για περιορισμό μέχρι εκμηδενισμό μισθολογικών διεκδικήσεων από τους εργαζόμενους ή τις εισηγήσεις περί παγοποίησης μισθών στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Τα αιτήματα των εργαζομένων του δημόσιου ή και του ιδιωτικού τομέα ενόψει ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων θα διαμορφωθούν και θα υποβληθούν όπως πάντα με σοβαρότητα, ορθολογισμό και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της οικονομίας όπως το ΑΕΠ και τη παραγωγικότητα, αλλά και με γνώμονα και κριτήριο την διατήρηση και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων μισθοσυντήρητων. Είναι γεγονός ότι τα δημόσια οικονομικά επιδεινώνονται λόγω της κρίσης, αλλά η χειρότερη ενέργεια θα ήταν σε αυτή την φάση η υπόσκαψη μισθών και εισοδημάτων των εργαζομένων καταναλωτών με μείωση μισθών με την κατάργηση ή εξασθένισης του θεσμού της ΑΤΑ. Η βελτίωση των οικονομικών του κράτους στην παρούσα συγκυρία της διεθνούς και τοπικής οικονομικής κρίσης δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι η πρώτιστη και μέγιστη προτεραιότητα, ειδικότερα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αφορμή για αντιλαϊκά μέτρα που θα αποδειχθούν μπούμερανγκ για την οικονομία και την κοινωνική συνοχή. Τα μέτρα εξυγίανσης και περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων πρέπει να είναι στοχευμένα στην πάταξη της φοροδιαφυγής, στην βελτίωση της φοροεισπρακτικής ικανότητας του κράτους και όπου είναι εφικτό στην μείωση αλόγιστων δημόσιων καταναλωτικών δαπανών εκεί που υπάρχουν. Διομήδης Διομήδους Γενικός Γραμματέας ΔΕΟΚ
|